3.11.09

ΜΑΖΙ


O A γνώρισε τον πρώτο του έρωτα κάτω απο ενα μεγάλο δέντρο, όταν κρύφτηκε εκεί για να αποφύγει τους κεραυνούς μιας ξαφνικής καταιγίδας.

Εκείνη δεν είχε όνομα, γι'αυτό και ο Α την ονόμασε Μικρό Α, θεωρώντας πως εκείνος ήταν το Α κεφαλαίο.

Ο πρώτος κεραυνός χτύπησε τον Α. Η αντίδραση της Μικρό Α ήταν να του γυρίσει την πλάτη, όχι απο αδιαφορία ή αποτροπιασμό, αλλά μάλλον απο αμηχανία. Της άρεσε ο Α. Της άρεσε απο την πρώτη στιγμή που τον είδε, κάτω απο εκείνο το μεγάλο δέντρο, της άρεσε όπως φώτιζαν το πρόσωπό του οι απανωτές αστραπές.

Ο δεύτερος κεραυνός χτύπησε την Μικρό Α. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο Α αμέσως έσπευσε να την πάρει στην αγκαλιά του. Ηταν ακόμη όμορφη. Η βροχή είχε καθαρίσει το πρόσωπό της, το έκανε να λάμπει. Ο Α σιχαινόταν το νερό της βροχής, την έβλεπε σαν ξένο σώμα που ποτέ δεν έδωσε την άδεια να τον αγγίξει. Η Μικρό Α τη λάτρευε. Αλλά δεν την πείραζε, μέσα στην αγκαλιά του Α, να μην το παραδεχτεί. Αλλά και ο Α δεν της το είπε ποτέ. Την αγκάλιασε έτσι, λουσμένη απο τη βροχή και την κράτησε σφιχτά πάνω του.

Τότε ο Α άρχισε να κλαίει. Δεν είχε ζήσει ποτέ αυτό το συναίσθημα. Αυτό που πάντοτε ποθούσε βρισκόταν στην αγκαλιά του. Ηταν μέσα του. Είχε γίνει ένα μ'αυτόν. Με το χώμα. Με τη βροχή. Ηταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της σύντομης ζωής του. Είχε τόσα να μάθει απο μία και μόνο στιγμή. Τόσα να συγκρατήσει, τόσα να αφουγκραστεί. Αλλά έκανε σύντομα το λάθος να σκεφτεί. Και να σκεφτεί πολύ.

Μέχρι που η λογική τους χώρισε. Η Μικρό Α δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Τα βήματά του ήταν δύσκολα, απροσδιόριστα, αποπροσανατολιστικά. Εφυγε απο την αγκαλιά του υγρή, λασπωμένη. Αυτοσυγκρατήθηκε και δεν άφησε ούτε ενα δάκρυ να πάει χαμένο για τον Α. Απομακρύνθηκε και σιγά-σιγά χάθηκε πίσω απο το μεγάλο δέντρο, πίσω απο τον ορίζοντα που διέκρινε ο Α. Εκεί, την έχασε απο τα μάτια του. Την έχασε για πάντα.

Εφταιγε ο ίδιος όμως; Αφησε ο,τι πολυτιμότερο είχε να χαθεί; Το κλάμα του δεν τον λύτρωσε. Τον παγίδεψε. Η λογική του τον σκότωσε. Τον άφησε εκτεθειμένο, έρμαιο. Φυλακίστηκε στο τετράγωνο μυαλό του. Στη συνεχή του αναζήτηση για επεξήγηση, για ανάλυση, για στοχασμό, για πράξεις και αποτελέσματα.

Και η αγκαλιά του έμεινε άδεια. Στεγνή. Ξεραμένη. Αγονη. Οι κεραυνοί έπαψαν να γκρινιάζουν και ο ουρανός καθάρισε. Μπορούσε πλέον να χαρεί τη φύση, τον ήλιο, την απεραντοσύνη.

Μόνος του.

1 σχόλιο:

Unknown είπε...

to iksera oti kati de pigene kala me ta siskeuasmena manitaria SPAR pou eixes agorasei apton veropoulo.....